Η θέση της γυναίκας στο πέρασμα των αιώνων

Image placeholder

Ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα η σημερινή. Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου, σε ανάμνηση μιας μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Όμως για να φτάσει η γυναίκα να έχει τη σημερινή θέση στην δυτική κυρίως κοινωνία πέρασε από πολλές δυσκολίες, ήταν κάτω από την κυριαρχία του άνδρα και χωρίς δικαιώματα τις περισσότερες φορές....

Για να δούμε λοιπόν αυτή τη πορεία στους αιώνες...

H μητριαρχία είναι ο πρώτος τύπος κοινωνίας, που ανάγεται στην ανθρώπινη προϊστορία. Μέχρι την εμφάνιση του αρότρου, ηγετική θέση μέσα στην οικογένεια είχε η γυναίκα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η κοινωνία ελέγχεται από τις γυναίκες. Ο πραγματικός έλεγχος βρίσκεται ακόμη σε αρσενικά χέρια. Άλλωστε στον όρο μητριαρχία δεν περιλαμβάνεται η πολιτική εξουσία.
Οι άνθρωποι , λατρεύουν την Θεά, την Μητέρα Γη, την Μητέρα όλων των πλασμάτων, το
 Ιερό Θηλυκό στην τρισυπόστατη διάστασή του - ως παρθένα, ως ώριμη γυναίκα και ως γερόντισσα.
Η γυναίκα λατρεύτηκε ως θεά-Μητέρα, ως θεά της γονιμότητας, μιας και αυτή ήταν που έφερνε στον κόσμο τα παιδιά.

 

Με την εμφάνιση όμως του αρότρου τα πάντα ανατρέπονται εξαιτίας του ότι η γυναίκα δεν έχει την σωματική δύναμη να οργώνει και έτσι η ισχύς και η εξουσία περνάνε στον άντρα . Η επικράτηση του πατέρα - συζύγου, επιδεινώνει τη θέση της μητέρας-θεάς και την κάνει σκλάβα και υποταγμένη στις απαιτήσεις του. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η κοινωνία των Αμαζόνων, στην οποία οι άνδρες δεν επιτρέπονταν καθόλου! Για τη διαιώνιση του είδους δύο μήνες την άνοιξη πήγαιναν και έμεναν με έναν γειτονικό αρσενικό λαό, στον Καύκασο. Από τα παιδιά που γεννιούνταν, κρατούσαν μόνο τα θηλυκά ενώ τα αρσενικά, το πιθανότερο είναι ότι τα έστελναν στους πατέρες τους.

Ήδη, στον κώδικα του Χαμουραμπί (βασιλιά της Βαβυλώνας τον 18ο αιώνα π.Χ.), περιλαμβάνονται άρθρα που προσπαθούν να θεμελιώσουν τις βασικές αρχές προστασίας και ανεξαρτησίαςτης γυναίκας.Οι γυναίκες μπορούσαν να ασκούν εμπόριο και να προσφέρουν υπηρεσίες ως δικαστές, προεστοί, μάρτυρες σε δικαστήρια και γραφείς. Συνεπώς, δίνεται για πρώτη φορά ελευθερία στη γυναίκα να επεκταθεί υπό την προστασία του νόμου και σε άλλες δραστηριότητες εκτός από τα οικιακά , χωρίς να βιώσει την κοινωνική απόρριψη.

Οι γυναίκες στην κοινωνία της Μινωικής Κρήτης είχαν τα ίδια περίπου δικαιώματα και ελευθερίες με τους άντρες. Έπαιρναν μέρος σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, στις γιορτές, τα αγωνίσματα, το κυνήγι. Όπως και οι σημερινές γυναίκες, χτένιζαν με φροντίδα τα μαλλιά τους, βάφονταν, φορούσαν φανταχτερά φορέματα και όμορφα στολίδια.

Στην αρχαία Αθήνα, θεωρούνταν “μέρος” του οίκου, με επικεφαλής τον άντρα του οίκου. Μέχρι το γάμο, οι γυναίκες ήταν υπό την κηδεμονία του πατέρα τους ή άλλου αρσενικού συγγενή, ενώ αφού παντρευόντουσαν ο άντρας τους αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο.

Αντιθέτως, οι Σπαρτιάτισσες, παρόλο που ήταν αποκλεισμένες από τη στρατιωτική και πολιτική ζωή, είχαν σημαντική ιδιότητα ως μητέρες των Σπαρτιατών πολεμιστών. Καθώς οι άντρες δεσμευόντουσαν με τις στρατιωτικές δραστηριότητες, οι γυναίκες αναλάμβαναν την ευθύνη για τη λειτουργία των κτημάτων και του σπιτιού. Ήταν υπεύθυνες για τις δικές τους ιδιοκτησίες, αλλά και για αυτές των αρσενικών συγγενών, οι οποίοι ήταν μακριά λόγω του στρατού. Σπάνια παντρευόντουσαν πριν από την ηλικία των 20 ετών, και σε αντίθεση με τις Αθηναίες, που φορούσαν σεμνά ρούχα και ήταν σπάνια έξω από το σπίτι, οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν κοντά φορέματα και πήγαιναν όπου ήθελαν! Τέλος, τα κορίτσια λάμβαναν την ίδια εκπαίδευση με τα αγόρια.

Μεταγενέστερα, την κλασική περίοδο, ο περιορισμός της γυναίκας στο εσωτερικό του οίκου αφορούσε, κυρίως, εκείνες των πιο εύπορων οικογενειών. H παρουσία γυναικών στην αγορά, η ύπαρξη εταίρων  και γυναικών ξενοδόχων δείχνει ότι η έξοδος από το σπίτι δεν ήταν κάτι το απαγορευμένο, αλλά κάτι που δε συνηθιζόταν, και που κυρίως δεν άρμοζε σε ευγενείς. Αποτελούσε επομένως ένα στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης. Στις λιγότερο εύπορες, οι οποίες δεν μπορούσαν να συντηρούν πολλούς δούλους, οι γυναίκες επωμίζονταν και άλλες εργασίες, μεταξύ των οποίων την πώληση στην αγορά των παραγόμενων στον οίκο προϊόντων.

Οι πληροφορίες που διασώζονται σχετικά με την κοινωνική θέση της γυναίκας στον ελληνιστικό κόσμο αφορούν, ως επί το πλείστον, στις γυναίκες των ανώτερων κοινωνικών τάξεων. Είναι πάντως φανερό ότι, η κοινωνική θέση της γυναίκας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την εθνικότητά της. Έτσι, η νομική θέση της Ελληνίδας που ζούσε για παράδειγμα στην Αίγυπτο ήταν διαφορετική από της Αιγύπτιας.

Στον ελληνιστικό κόσμο, οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν στις νεοαποκτηθείσες περιοχές. Στην Αλεξάνδρεια, όσες ανήκαν στη βασιλική οικογένεια καθώς και εκείνες που ακολουθούσαν το εβραϊκό ή το αιγυπτιακό νομικό σύστημα μπορούσαν να χειρίζονται μόνες τους τις νομικές και οικονομικές τους υποθέσεις, χωρίς δηλαδή τη διαμεσολάβηση ενός άντρα-κηδεμόνα. Ακόμη, υπάρχουν πολλές αναφορές και σε ευυπόληπτες ανύπαντρες γυναίκες που ζούσαν ασκώντας κάποιο επάγγελμα.

Παράλληλα, στην γειτονική, ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, η γυναίκα είχε τη φροντίδα του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Οι βαριές οικιακές εργασίες εκτελούνταν από τους δούλους, τουλάχιστον στις αριστοκρατικές οικογένειες που είχαν στην κατοχή τους μεγάλο αριθμό τους. Οι γυναίκες των υψηλών κοινωνικών στρωμάτων μορφώνονταν και είχαν τη δυνατότητα να συνοδεύουν τους συζύγους τους σε εκδηλώσεις κοινωνικού (συμπόσια) ή ακόμη και πολιτικού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η γυναίκα αναλάμβανε ένα ρόλο μέσα στην οικογένεια που έμοιαζε αρκετά με εκείνον του συζύγου της. Η δράση τους δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στο χώρο του σπιτιού, αλλά εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους της πόλης, όπως στην αγορά. Επιπλέον, γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ακόμη και δούλες, προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές τελετές.

Στο Βυζάντιο, η φτώχεια υποχρέωνε πολλές γυναίκες για λόγους επιβίωσης να βγαίνουν στην αγορά για να βγάλουν το ψωμί τους, ασκώντας τα επαγγέλματα της βιοτέχνισσας, της υφάντριας κ.α. Ωστόσο ένα επάγγελμα πολύ περιφρονημένο και κοινωνικά απαράδεκτο ήταν οι θεατρίνες, που έφτασε να θεωρείται περίπου συνώνυμο της πόρνης. Η γυναίκα στο Βυζάντιο δεν μπορούσε να ασκήσει δημόσιο λειτούργημα, ούτε να γίνει δικαστής ή δικηγόρος. Σύμφωνα με την Ιουστινιάνεια νομοθεσία το να καθίσει μια έγγαμη γυναίκα και να γευματίσει με τη συντροφιά τρίτων αντρών θεωρούνταν λόγος διαζυγίου. Ακόμη και στα οικογενειακά γεύματα, ή δείπνα, γυναίκες και άντρες καθόταν σε χωριστά τραπέζια.

 

Στον Μεσαίωνα, η θέση της γυναίκας δεν ήταν ευμενέστερη. Παρόλα αυτά, η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται πολλές φορές τεράστιες περιουσίες. Ανάμεσα στις σημαντικές γυναικείες μορφές της Καθολικής Εκκλησίας του Μεσαίωνα δεν λείπουν και οι δυναμικές προσωπικότητες που δεν θα διστάσουν να αναμετρηθούν με την κοσμική εξουσία υπερασπίζοντας τα πιστεύω τους.

H θέση της γυναίκας στην εποχή του Διαφωτισμού παραμένει κατώτερη του ανδρός. Όμως σιγά-σιγά στοχαστές και φιλόσοφοι αρχίζουν να υποστηρίζουν τα δικαιώματα της. Οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, με επικεφαλής το Ρουσώ προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τη θέση της στην κοινωνία, εξηγώντας ότι η διαφορά τους με τους άνδρες οφείλεται στη γυναικεία φύση. Επιχείρησαν, λοιπόν, να ορίσουν τη θηλυκότητα με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και της ιατρικής. Η ιατρική επιστήμη απεφάνθη ότι οι γυναίκες αποτελούσαν ξεχωριστό είδος μέσα στην ανθρώπινη φυλή, το οποίο χαρακτηριζόταν από την αναπαραγωγική λειτουργία. Επίσης, υποστηρίχθηκε πως οι γυναίκες βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη φύση από όσο οι άνδρες , πράγμα που σήμαινε ότι ήταν υπερβολικά συναισθηματικές, εύπιστες και ανίκανες για ορθολογικούς συλλογισμούς! Έτσι, η γυναίκα κατέληξε απόλυτα υποταγμένη στο ανδρικό φύλο. 

Ο ρόλος της γυναίκας στην οικογένεια ήταν να μεταβιβάσει τις πνευματικές αξίες στην επόμενη γενιά. Πως όμως θα έκανε κάτι τέτοιο σωστά χωρίς την απαιτούμενη μόρφωση; Οι διαφωτιστές ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν τις αντιφάσεις των θεωριών τους και κάποιοι από αυτούς διαφοροποίησαν τη στάση τους. Σύμφωνα με τον Voltaire, οι γυναίκες σε διανοητικό επίπεδο μπορούν να κατορθώσουν ό,τι και οι άνδρες. Πάρα τις αντικρουόμενες απόψεις σε σχέση με τη γυναικεία φύση όλοι οι Διαφωτιστές συμφώνησαν στην εκπαίδευση της γυναίκας, είτε για τη σωστή μετάδοση των πολιτιστικών αξιών , είτε για έναν ευρύτερο στόχο. 

Κατά τον 19ο αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά κάποια επαγγέλματα, όπως της δασκάλας, της μεταφράστριας, της ποιήτριας και της συγγραφέως, ιδίως μετά το 1887.
Ο 19ος αιώνας όμως, χαρακτηρίζεται και από την εμφάνιση ενός προοδευτικού και ιδιαίτερα μεταρρυθμιστικού οργανωμένου κινήματος, του
φεμινισμού. Το φεμινιστικό κίνημα, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά, οι συλλογικές προσπάθειες των γυναικών, ώστε να ξεπεράσουν οι ίδιες τα όρια του «ιδιωτικού» χώρου και να εισέλθουν ισότιμα με τον άντρα στον «δημόσιο». Ο φεμινισμός, ως κοινωνικό κίνημα επικεντρώθηκε και εστίασε κυρίως στον περιορισμό και την εξάλειψη κάθε φυλετικής ανισότητας, στην υπεράσπιση και προώθηση των συμφερόντων, των δικαιωμάτων, καθώς και των ευρύτερων γυναικείων ζητημάτων στην κοινωνία.

Έτσι, από το τέλος του 19ου αιώνα, αρχίζει η γυναίκα σε όλο τον κόσμο να εισβάλει στα «αντρικά» επαγγέλματα και στις επιστήμες, να αποκτά δικαιώματα ψήφου και να διεκδικεί θέση στα δημόσια και κυβερνητικά αξιώματα. Χάρη στο φεμινιστικό κίνημα και την βιομηχανική επανάσταση (όπου η τεχνολογική έκρηξη μετατόπισε την γυναίκα από το σπίτι στο εργοστάσιο), η γυναίκα κατάφερε να αποδράσει από τον πυρήνα της οικογένειας και την σφαίρα του «ιδιωτικού χώρου» και να εισέλθει στον χώρο της παραγωγής, της οικονομικής αυτοτέλειας και της επαγγελματικής καταξίωσης.

Περνώντας λοιπόν η γυναίκα στον «δημόσιο» χώρο, ανέλαβε ρόλους παραδοσιακά αντρικούς, όπως η οικονομική στήριξη της οικογένειας, χωρίς βέβαια να της επιτραπεί να εγκαταλείψει τα παλιά της «καθήκοντα»: όπως εκείνα της φροντίδας του σπιτιού και της οικογένειας, με αποτέλεσμα να μιλάμε στην ουσία για μια μονόπλευρη ισότητα.

Στον 20ο αιώνα η καταπίεση και η υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας ανά τους αιώνες, ώθησαν τις γυναίκες σε αγώνες και στη δημιουργία του γυναικείου κινήματος για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Οι πρώτοι αγώνες των γυναικών έχουν καταγραφεί στα 1857, όταν οι υφάντρες της Νέας Υόρκης ξεσηκώθηκαν σε διαμαρτυρία, ζητώντας ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και ίση αμοιβή με τους άντρες.

Έτσι μετά από αυτή την μεγάλη διαδήλωση γυναικών στις 8 Μαρτίου του 1897, το 1910 στην Κοπεγχάγη, η επικεφαλής του τομέα Γυναικών του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας, πρότεινε την καθιέρωση της Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας, μιας μέρας, που θα γιορτάζονταν σε όλο τον πλανήτη οι αγώνες των γυναικών για ίσα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι αγώνες αυτοί, για την ισότητα των φύλων, είχαν τέτοια αποτελέσματα, ώστε αυτά που ήταν αδιανόητα για τις προηγούμενες γενιές, σήμερα, να θεωρούνται αυτονόητα.

Όσον αφορά στην συμμετοχή των γυναικών στις κάλπες πέρασε σχεδόν ένας αιώνας μέχρις ότου καταφέρουν οι Ελληνίδες να ψηφίσουν, έχοντας κατακτήσει πλήρως το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές του 1956.