Καρκίνος τραχήλου μήτρας και εμβόλιο | e-gynaikes.gr

Καρκίνος τραχήλου μήτρας και εμβόλιο

Δημοσιεύθηκε 15/11/2015

Ένα ισχυρό αντικαρκινικό όπλο στην φαρέτρα των επιστημόνων για την καταπολέμηση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας αποτελεί το εμβόλιο κατά του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων, που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της νόσου.

Αν και στα υπόλοιπα κράτη το εμβόλιο έχει τύχει ευρείας αποδοχής, στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται ακόμα με δισταγμό.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας είναι ο δεύτερος συχνότερος σε νεαρές γυναίκες μετά από εκείνον του μαστού. Αποκλειστικά υπεύθυνος για την εμφάνιση του καρκίνου αυτού είναι ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων ή αλλιώς HPV.

Το τεστ Παπανικολάου μπορεί να προσφέρει σημαντική προστασία, εντοπίζοντας σε πρώιμο στάδιο προκαρκινικές αλλοιώσεις που προκαλούνται από τον ιό. O εμβολιασμός κατά του ιού, που εφαρμόζεται ευρέως τα τελευταία χρόνια, μπορεί να προσφέρει ουσιώδη προστασία, αποτρέποντας την ίδια τη μόλυνση από τον ιό.

Ο ιός HPV (Human papillomavirus) είναι ένας DNA-ιός, ο οποίος εισέρχεται στο γενετικό υλικό των κυττάρων και τους αλλάζει τη δομή, μετατρέποντάς τα ορισμένες φορές σε κακοήθη. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για έναν ιό, αλλά για μία ομάδα ιών, που διεθνώς είναι γνωστοί με το παραπάνω όνομα.

HPV
Ο HPV είναι υπεύθυνος για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Περαιτέρω, μπορεί να προκαλέσει άλλες μορφές καρκίνου στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, όπως του αιδοίου, του κόλπου και του πρωκτού στις γυναίκες και του πέους, του περινέου και του πρωκτού στους άντρες, ενώ επιπλέον ευθύνεται και για ορισμένες μορφές καρκίνου στοματοφάρυγγα, στοματικής κοιλότητας και λάρυγγα, που αφορούν και τα δύο φύλα. Επίσης, προκαλεί καλοήθη νοσήματα, όπως γεννητικά κονδυλώματα και αναπνευστική θηλωμάτωση και στα δύο φύλα.

Όταν ο ιός προσβάλλει τα κύτταρα, μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη, η οποία όμως δεν είναι αντιληπτή, μέχρι να εμφανισθεί κάποια κλινικά σχετιζόμενη νόσος. Το άτομο που έχει προσβληθεί μπορεί να μην έχει κανένα σύμπτωμα για πολλά χρόνια και έτσι να μην αντιληφθεί τη μόλυνση και να συνεχίσει να μεταδίδει τον ιό στους συντρόφους του. Το γεγονός αυτό αυξάνει τη μεταδοτικότητα του ιού.

Ο ιός HPV μεταδίδεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή. Σπανιότερα μπορεί να μεταδοθεί με την επαφή των γεννητικών οργάνων (χωρίς ολοκληρωμένη επαφή) ή των χεριών. Ακόμη πιο σπάνια μπορεί να μεταδοθεί από τη μητέρα στο νεογνό ή ακόμη και μέσω των εσωρούχων ή άλλων μολυσμένων υφασμάτων.

Το προφυλακτικό μειώνει μεν τον κίνδυνο της μετάδοσης, αλλά δεν παρέχει πλήρη προστασία, αφού, όπως εκτέθηκε παραπάνω, ο ιός δεν μεταδίδεται μόνο με την σεξουαλική επαφή αλλά και με απλή δερματική επαφή.

Η λοίμωξη είναι πολύ συχνή. Περίπου 8 στις 10 γυναίκες που είναι σεξουαλικά ενεργές υπολογίζεται ότι έρχονται σε επαφή με τον ιό στη διάρκεια της ζωής τους. Αντίστοιχο ποσοστό ισχύει και για τους άντρες. Πιο ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες είναι οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικοι, διότι σε αυτές τις ηλικίες γίνεται συχνότερα η πρώτη επαφή με τον ιό.

Η λοίμωξη από τον ιό HPV μπορεί να προληφθεί με τον εμβολιασμό και τη χρήση προφυλακτικού. Στο εμπόριο διατίθενται δύο εμβόλια, διδύναμο (Cervarix) και τετραδύναμο (Gardasil), που προστατεύουν από τους πιο συχνούς ογκογόνους τύπους του ιού (τύποι 16 και 18), ενώ το τετραδύναμο προστατεύει και από τους συχνότερους τύπους που προκαλούν γεννητικά κονδυλώματα (τύποι 6 και 11).

Η αιχμή της λοίμωξης εντοπίζεται στην ηλικία των 16 ως 25 ετών Το εμβόλιο χορηγείται σε 3 δόσεις, με ενδομυϊκή ένεση στο πάνω μέρος του μπράτσου (δελτοειδής μυς), κατά προτίμηση εντός εξαμήνου στους μήνες 0, 1 (ή 2) και 6. Υπάρχουν και εναλλακτικά σχήματα, αλλά θα πρέπει πάντα όλες οι δόσεις να χορηγούνται εντός έτους.

Ο εμβολιασμός με τα υπάρχοντα εμβόλια προλαμβάνει πάνω από το 75% των περιπτώσεων καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και τις περισσότερες από τις άλλες μορφές καρκίνου της γεννητικής χώρας. Επιπλέον, με το τετραδύναμο εμβόλιο προλαμβάνεται και το 90% των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Είναι ενδεικτικό της αποτελεσματικότητας του εμβολίου ότι στην Αυστραλία, που εφάρμοσε ένα επιτυχημένο πρόγραμμα εμβολιασμού, τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή του τα γεννητικά κονδυλώματα σχεδόν εξαφανίστηκαν μεταξύ των κοριτσιών που εμβολιάσθηκαν, ενώ στα 3 χρόνια εφαρμογής οι υψηλόβαθμες προκαρκινικές βλάβες του τραχήλου της μήτρας μειώθηκαν στο μισό στα κορίτσια κάτω των 18 ετών που εμβολιάσθηκαν.

Δεδομένου ότι παρατηρείται πολύ καλή ανοσολογική απάντηση του οργανισμού στο εμβόλιο, εκτιμάται ότι αυτό παρέχει προστασία μακράς διαρκείας, η οποία ακόμη δεν έχει καθοριστεί επακριβώς. Το εμβόλιο δεν περιέχει ζωντανό ή νεκρό τον ιό ή τμήμα του στη σύνθεσή του και, επομένως, δεν μπορεί να μολύνει τον οργανισμό.

Η σύστασή του είναι αποκλειστικά συνθετική και αποδεδειγμένα εντελώς ακίνδυνη. Περιέχει μία πρωτεΐνη του ιού που παράγεται με τεχνητό τρόπο στο εργαστήριο. Η πρωτεΐνη αυτή μιμείται τη φυσική λοίμωξη και παράγει αντισώματα στον οργανισμό χωρίς να τον μολύνει.

Δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις σχετικά με την ασφάλεια του εμβολίου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και, ως εκ τούτου, καλύτερα να αποφεύγεται η χορήγησή του κατά την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία.

Το εμβόλιο έχει τις συνήθεις παρενέργειες των εμβολίων, δηλαδή μπορεί να προκληθεί τοπικός ερεθισμός (ερυθρότητα ή οίδημα) στο σημείο που γίνεται η ένεση, χαμηλός πυρετός, ελαφρά ζάλη ή αλλεργικές αντιδράσεις. Επίσης, κατά μία έρευνα, αυξάνονται ελάχιστα οι πιθανότητες για λιποθυμία (όπως επίσης συμβαίνει γενικά στα εμβόλια) ή για δερματική μόλυνση στην περιοχή της ένεσης. Πέραν τούτου, το εμβόλιο δεν φαίνεται να έχει καμία σοβαρή παρενέργεια.

Όταν ο ιός εισέλθει στον οργανισμό, δεν μπορεί να αποβληθεί ούτε με φαρμακευτική αγωγή, ούτε με χειρουργική επέμβαση. Θα χρειάζεται στο μέλλον στενή παρακολούθηση, για να εντοπιστούν έγκαιρα τα συμπτώματα οποιασδήποτε νόσου προκαλείται από τον HPV.

Ιδιαίτερα, χρειάζεται συστηματική διενέργεια του τεστ-Παπ, ώστε να διαγνωστούν σε πρώιμο στάδιο τυχόν προκαρκινικές αλλοιώσεις των κυττάρων του τραχήλου της μήτρας. Όταν διαπιστωθεί βλάβη στον τράχηλο από τον ιό σε πιο προχωρημένο στάδιο, πρέπει να γίνεται αφαίρεση αυτής στο χειρουργείο.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει αντίστοιχη εξέταση για την πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του αιδοίου και της μήτρας, γεγονός που αναδεικνύει την θεμελιώδη σημασία του εμβολιασμού κατά του HPV. Τέλος, τα καλοήθη νοσήματα που προκαλεί ο HPV, όπως τα γεννητικά κονδυλώματα, αντιμετωπίζονται με τοπικές επεμβάσεις, με την ταλαιπωρία που συνεπάγεται αυτό. Ακόμη κι αν υπάρχει ήδη μόλυνση από κάποιον τύπο του ιού, τότε και πάλι ενδείκνυται ο εμβολιασμός, διότι το εμβόλιο θα προσφέρει προστασία για τους υπόλοιπους τύπους του ιού, εφόσον είναι απίθανο να έχει γίνει μόλυνση και από τους 4 τύπους, από τους οποίους προφυλάσσει το εμβόλιο.

Διεθνώς, ο προτεινόμενος τρόπος για την βέλτιστη αντιμετώπιση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας είναι ο συνδυασμός του εμβολιασμού κατά του HPV με την τακτική εξέταση κατά Παπανικολάου. Ο μεν εμβολιασμός αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας κατά του ιού, εφόσον αποτρέπει σε πολύ μεγάλο ποσοστό την λοίμωξη από αυτόν, η δε εξέταση κατά Παπανικολάου αποτελεί τη δευτερογενή προστασία, εφόσον ανιχνεύει σε πολύ πρώιμο στάδιο προκαρκινικές αλλοιώσεις των κυττάρων, επιτρέποντας έτσι την ίαση της νόσου σε πολύ υψηλό ποσοστό. Ο συνδυασμός των δύο μεθόδων έχει πολλαπλασιαστικά θετικό αποτέλεσμα και οδηγεί στην πληρέστερη δυνατή προστασία κατά του ιού.

Το εμβόλιο κατά του HPV έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών του Υπουργείου Υγείας και χορηγείται δωρεάν σε όλα τα κορίτσια και τις γυναίκες 12-26 ετών.

Πηγή : www.iatropedia.gr