Ρόζα Παρκς | e-gynaikes.gr

Ρόζα Παρκς

Δημοσιεύθηκε 17/01/2016

Την Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου του 1955, η 42χρονη Rosa Parks επέστρεφε στο σπίτι με το λεωφορείο, μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά. Οι μαύροι κάτοικοι του Μοντγκόμερι συχνά απέφευγαν τα λεωφορεία, λόγω του νόμου που ήθελε τους "νέγρους στο πίσω μέρος" κάτι που οι ίδιοι θεωρούσαν απόλυτα υποτιμητικό.

Παρόλα αυτά, το 70% των επιβατών μια τυπική ημέρα ήταν μαύροι, και εκείνη την ημέρα η Rosa Parks ήταν ανάμεσά τους. Ο διαχωρισμός που είχε ψηφιστεί με νόμο, έλεγε ότι στο μπροστινό μέρος ενός λεωφορείου θα μπορούσαν να κάθονται μόνο οι λευκοί επιβάτες, ενώ οι μαύροι, θα κάθονταν αποκλειστικά στο πίσω μέρος. Ωστόσο ήταν στην ευχέρεια του οδηγού να σηκώσει έναν μαύρο από τη θέση του για να καθίσει ένας λευκός, αν δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις. Σε ένα σημείο της διαδρομής, ένας λευκός άνδρας είχε μείνει όρθιος, γιατί οι υπόλοιποι λευκοί είχαν καθίσει στα καθίσματα στο τμήμα που χαρακτηριζόταν ως "λευκό". Έτσι, ο οδηγός είπε στους επιβάτες στα τέσσερα καθίσματα της πρώτης σειράς του "έγχρωμου" τμήματος να σηκωθούν. Στην πραγματικότητα πρόσθεσε μια ακόμη γραμμή στο "λευκό" τμήμα. Οι τρεις άλλοι υπάκουσαν. H Parks όχι. "Οι άνθρωποι λένε ότι δεν έδωσα τη θέση μου επειδή ήμουν κουρασμένη" έγραψε η Parks στην αυτοβιογραφία της, "αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν κουρασμένη σωματικά ... Όχι, είχα απλά κουραστεί να υποχωρώ." Τελικά, δύο αστυνομικοί πλησίασαν το σταματημένο λεωφορείο και συνέλαβαν την Parks.





H είδηση της σύλληψής της έγινε γνωστή σε όλη σχεδόν την πολιτεία το ίδιο βράδυ. Η Rosa ωστόσο αφέθηκε ελεύθερη με εγγύηση λίγες ώρες αργότερα. Και ενώ ο Nixon προσπαθούσε να σχεδιάσει τι θα κάνουν στη δίκη, μια άλλη ιδέα προέκυψε: Οι μαύροι του Μοντγκόμερι θα έκαναν μποϋκοτάζ στα λεωφορεία την ημέρα της δίκης. Στις 5 Δεκεμβρίου, η Parks κρίθηκε ένοχη για παραβίαση του νόμου περί διαχωρισμού. Η ποινή της ήταν με αναστολή, ενώ κλήθηκε να πληρώσει πρόστιμο 10 δολάρια συν 4 δολάρια σε δικαστικά έξοδα. Εν τω μεταξύ, η συμμετοχή των μαύρων στο μποϋκοτάζ ήταν πολύ μεγαλύτερη από όσο είχε προβλεφθεί αρχικά. Έτσι ο Nixon και μερικοί υπουργοί αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη δυναμική, και να συνεχίσουν τον αγώνα τους, με επικεφαλής τον Δρ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ jr που ήταν τότε μόλις 26 ετών. Το μποϋκοτάζ προκάλεσε οργή σε μεγάλο μέρος του λευκού πληθυσμού του Μοντγκόμερι, καθώς και βίαια επεισόδια αφού στα σπίτια του Nixon και του Μ.Λ. Κινγκ, έγιναν βομβιστικές επιθέσεις. Η βία δεν πτόησε κανέναν και αυτό που συνέβαινε πλέον στο Μοντγκόμερι κέρδισε την προσοχή του αμερικανικού και διεθνή Τύπου. Στις 13 Νοεμβρίου 1956, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο διαχωρισμός των λεωφορείων ήταν αντισυνταγματικός. Το μποϋκοτάζ έληξε στις 20 Δεκεμβρίου. Μία ημέρα μετά από τη γραπτή οδηγία του Δικαστηρίου που έφτασε στο Μοντγκόμερι. Η Parks, η οποία είχε χάσει τη δουλειά της και βίωσε σκληρή παρενόχληση, έγινε γνωστή ως «η μητέρα του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα».

Αντιμετωπίζοντας συνεχιζόμενη παρενόχληση και απειλές στον απόηχο την νίκης των νέγρων, η Parks με τον σύζυγό της μετακόμισαν στο Ντιτρόιτ και η ίδια έγινε διοικητική βοηθός στο γραφείο του John Conyers, μια θέση στην οποία έμεινε μέχρι το 1988. Στα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή της, ταξίδεψε πολύ ενώ έγραψε και την αυτοβιογραφία της "Rosa Parks: Η ιστορία μου". Το 1999 η Parks τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου, την υψηλότερη τιμή των Ηνωμένων Πολιτειών σε άμαχο. (Άλλοι παραλήπτες είναι ο George Washington, ο Τόμας Έντισον, η Betty Ford και η Μητέρα Τερέζα). Όταν πέθανε στην ηλικία των 92 στις 24 Οκτωβρίου 2005, έγινε η πρώτη γυναίκα της οποίας η σορός εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Ροτόντα του Καπιτωλίου.

Πηγή: www.lifo.gr