Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια | e-gynaikes.gr

Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια

Δημοσιεύθηκε 28/02/2016

Στο πέρασμα των χρόνων πολλά επαγγέλματα χάθηκαν. Και είναι απόλυτα φυσικό να συμβεί αυτό γιατί ο κόσμος εξελίσσεται και τίποτα δεν μένει ίδιο. Οι νέες τεχνολογίες και οι μηχανές αντικατέστησαν κάποιες εργασίες και ανέδειξαν κάποιες άλλες.

Σήμερα από τα επαγγέλματα που χάθηκαν μας έμειναν οι ονομασίες τους σαν επίθετα για να θυμίζουν το επάγγελμα κάποιου μακρινού προγόνου. Άλλες ονομασίες πάλι επαγγελμάτων είχαν τούρκικες ρίζες και είναι φυσικό μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής.

Για να δούμε λοιπόν ποια είναι τα επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια ή που τείνουν να χαθούν :

Αβδελλάς
Το επάγγελμα του αβδελλά έχοντας τις ρίζες του στον 19ο αιώνα συντηρήθηκε μέχρι και τα μισά του προηγούμενου, όσο οι βδέλλες χρησιμοποιούνταν ακόμα για θεραπευτικούς σκοπούς. Σε περιπτώσεις πίεσης ή πονοκεφάλων, οι βδέλλες ήταν το «εργαλείο» για τις τοπικές αφαιμάξεις. Οι πρώτοι που εξάσκησαν αυτό το επάγγελμα, ήταν οι αθίγγανοι, οι οποίοι έμπαιναν ξυπόλητοι στα νερά και συνέλεγαν τις βδέλλες με τα χέρια. Στη συνέχεια τις τοποθετούσαν, συνήθως ανά δυάδες, σε μικρά βαζάκια, τα οποία διέθεταν προς πώληση.

Αγγειοπλάστης




Το επάγγελμα του αγγειοπλάστη το εξασκούσαν σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, όπου υπήρχε κατάλληλο χώμα και όπου είχε αναπτυχθεί η σπουδαία παράδοση στη δημιουργία αγγειοπλαστικών αντικειμένων. Έτσι κατασκεύαζαν όλα τα μεγέθη μαγειρικών σκευών και πιατικών, κούπες, κανάτια κρασιού, διάφορα μικροσκεύη, όπως θυμιατήρια κ.α. Στα έργα τους ακόμα συγκαταλέγονται σταμνιά που μετέφεραν νερό, πιθάρια διαφόρων μεγεθών για λάδι, κρασί, κολυμβήθρες, καπνοδόχους και πολλά άλλα.
Στις μέρες δεν έχει εκλείψει πλήρως το επάγγελμα του αγγειοπλάστη, αλλά συναντάται κυρίως για την κατασκευή τουριστικών ειδών ή σαν χόμπυ.

Αγωγιάτης ή κιρατζής




Οι αγωγιάτες, είναι επάγγελμα που συναντάμε προπολεμικά και είναι οι πρόδρομοι των αυτοκινητιστών.
Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς. Κι αυτό μέχρι τη δεκαετία του 1920, που δεν υπήρχαν πολλά μεταφορικά μέσα, ενώ η έλλειψη δρόμων εμπόδιζε τις μεγάλες μετακινήσεις.

Έτσι πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές, μετέφεραν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας και επισκέπτες στις απομακρυσμένες γειτονιές.
Η αμοιβή του αγωγιάτη ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια.

Αμαξάς




Τα κάρα στην αρχή ήταν ανθρωποκίνητα. Αργότερα τους ανθρώπους αντικατέστησαν τα ζώα, στην αρχή μουλάρια ή γαϊδούρια, και ο οδηγός του κάρου ονομάστηκε αραμπάς.
Η εξέλιξη βέβαια συμπορεύτηκε με τον ερχομό της ιππήλατης άμαξας. Από εκεί και πέρα η ταχύτητα μπορούσε να αυξηθεί με την προσθήκη επιπλέον αλόγων, ενώ η πολυτέλεια αφορούσε κυρίως τον ευφάνταστο στολισμό της «καμπίνας», με τα δερμάτινα καθίσματα, τις κορδέλες και τα κρόσια να ανήκουν στα πιο χαρακτηριστικά διακοσμητικά εφέ. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι αμαξάδες σε τουριστικά κυρίως μέρη και ο μόνος λόγος για να χρησιμοποιήσει κανείς το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς είναι για να κάνει μια γραφική και νοσταλγική βόλτα.

Aρκουδιάρης




Με το όνομα αρκουδιάρης ή και αρκουδόγυφτος, φερόταν συνήθως εκείνος που γυρνούσε τις περιοχές με την αρκούδα του, δίνοντας υπαίθριες παραστάσεις στην πλατεία της γειτονιάς τείνοντας στο τέλος το κασκέτο του για την καταβολή της πληρωμής. Κατάλοιπο του βάρβαρου αυτού επαγγέλματος είναι η αναπαράσταση του σε κάποιες περιοχές, όπως αυτή της Σάμου, κατά την περίοδο της αποκριάς. Δύο άντρες, ο ένας υποδυόμενος τον αρκουδιάρη κι ό άλλος την αρκούδα φορώντας περιλαίμιο με αλυσίδα χορεύουν προς αστεϊσμό τον «αρκουδιάρικο» χορό, σε μίμηση κατά μελωδία και χορό εκείνου της αρκούδας του αρκουδόγυφτου.

Αχθοφόρος ή χαμάλης




Ο αχθοφόρος κυκλοφορούσε στην αγορά, κι όταν έβρισκε πελάτη, έβαζε τα ψώνια στην πλάτη για να τα μεταφέρει μέχρι την πόρτα του σπιτιού. Έπαιρνε το χαρτζιλίκι και επέστρεφε ταχύτατα στο πόστο του, αφού το μεροκάματο ήταν ανάλογο των δρομολογίων. Στην εξέλιξη του επαγγέλματος η πλάτη ή το καρότσι αντικαταστάθηκε από τα τρίκυκλα και οι μεταφορές γινόταν γρηγορότερα και φυσικά πιο ξεκούραστα.

Βαρελάς




Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο βελανιδιάς, καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα σιδερένια στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες.

Γαλατάς




Ο γαλατάς εργαζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα και όχι στα χωριά, καθώς εκεί ο καθένας είχε δικά του ζώα και κάλυπτε τις ανάγκες της οικογένειάς του. Ο γαλατάς αναλάμβανε τη διάθεση του γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων (συνηθέστερα γιαουρτιού) στα σπίτια.
Στην αρχή της δεκαετίας του 1960 η διάθεση του γάλακτος άρχισε να γίνεται σε γυάλινες φιάλες που διανέμονταν παστεριωμένο γάλα, κάθε πρωί στις διάφορες γειτονιές με διάφορα μέσα, ποδήλατα ή τρίκυκλες μοτοσικλέτες.
Όμως μετά από μια σειρά αγορανομικών διατάξεων στη δεκαετία του 1970 απαγορεύθηκε και ο τρόπος αυτός, της πλανόδιας διάθεσης, προκειμένου να διασφαλισθεί περισσότερο η ποιότητα και η υγειονομική ασφάλεια των προς διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων με περιορισμό τόσο στο χρόνο της διάθεσης, (ημερομηνία λήξης), όσο και από συγκεκριμένα μόνο καταστήματα που είναι εφοδιασμένα με κατάλληλα ψυκτικά μέσα.

Γανωτής (Καλαντζής)




Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι - κασσίτερος). Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σε όλη την επιφάνεια του σκεύους με ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα... Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Γυρολόγος (Πραματευτής)




Έφερνε στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς : υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή γίνονταν συνήθως σε είδος.

Εισπράκτορας Συγκοινωνιών




Ο εισπράκτορας καθισμένος συνήθως σε ειδικά διαμορφωμένη θέση στο πίσω μέρος του λεωφορείου, έκοβε κατά την είσοδο των επιβατών τα εισιτήρια, ανήγγειλε τις στάσεις των λεωφορείων, ή συνέβαλε στο ανεβοκατέβασμα των επιβατών, δίνοντας οδηγίες.
Ήταν επίσης δέκτης των παραπόνων των επιβατών αφού θεωρούνταν υπαίτιος για τυχόν καθυστερήσεις ή προβλήματα που προέκυπταν.. Την εποχή του εισπράκτορα άλλωστε σε κάθε λεωφορείο υπήρχε η ενδεικτική πινακίδα: «ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΔΗΓΟ»
Όταν η θέση θεωρήθηκε ασύμφορη, υπουργικές ή συντεχνιακές αποφάσεις σταμάτησαν τις προσλήψεις και εκείνοι που δεν συνταξιοδοτήθηκαν αναβαθμίστηκαν σε οδηγούς και ελεγκτές.

Εφημεριδοπώλης




Εφημερίδες , εφημερίδες, έκτακτο παράρτημα, ο βασιλιάς..." έλεγαν οι πλανόδιοι εφημεριδοπώλες που περιφέρονταν στους δρόμους διατυμπανίζοντας τα νέα της ημέρας. Παραλάμβαναν τις εφημερίδες από τα Πρακτορεία Διανομής Τύπου και προωθούσαν την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Εκτός από τους περαστικούς έκανε και την διανομή στα σπίτια, που αποτελούσαν και τους μόνιμους πελάτες του.

Ζευγάς




Οι ζευγάδες αναλάμβαναν το όργωμα, τη σπορά και τη συγκομιδή των χωραφιών. Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι που το έσερναν δύο βόδια ή μουλάρια (τα "ζευγαρόβοδα"). Κάποιες φορές, οι ίδιοι εκτός από τα δικά τους χωράφια, όργωναν κι έσπερναν και τα χωράφια άλλων κατοίκων και αμείβονταν επιπλέον , επειδή διέθεταν την τέχνη τους αλλά και τη "συρμαγιά" (δηλαδή τα βόδια και το αλέτρι). Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα .

Καλαθοποιός




Σε περιοχές που αφθονούσαν οι λυγαριές, οι μυρτιές, οι σφάκες (πικροδάφνες) και τα καλάμια, ευδοκίμησε και το επάγγελμα του καλαθοποιού. Από τις μυρτιές και κυρίως από τις λυγαριές οι καλαθοποιοί αποσπούσαν μακριές βίτσες με το τσερτσέτο (ειδικό μαχαίρι) και έκαναν τους σκελετούς για να πλέξουν με τα σχισμένα καλάμια καλάθια, κοφίνια, ψαροκόφινα και άλλα ενώ μόνο με τις βίτσες έπλεκαν στουπιά για τυρί, κόφτες για τη μεταφορά των σταφυλιών κ.ά.

Καρεκλάς




Με τη χρησιμοποίηση ξύλων από πλάτανο ή από άλλα άγρια συνήθως δέντρα και με τη βοήθεια σχοινιών από βουρλιά ή αφράτου των ποταμών, ο καρεκλάς δημιουργούσε τις καρέκλες που ήταν τριών ειδών. Οι συνηθισμένες με κάθισμα και πλάτη πίσω, οι κοντούλες που δεν είχαν πλάτη και οι ραχατιλίδικες στις οποίες το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο ώστε να χρησιμεύει για να ακουμπάει αυτός που κάθεται.

Καφεπαντοπώλης




Στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας, τις περισσότερες φορές ο καφετζής συνδύαζε τη λειτουργία του καφενείου του με την πώληση ειδών που δεν έβγαζε ο τόπος του, όπως καφέ, τσιγάρα, ζάχαρη, τσάι, ρύζι, μπακαλιάρο, σπίρτα, παστές σαρδέλες, ρέγγες, πιπέρι, κύμινο, ταραμά, χαλβά και άλλα. Ακόμη μπορούσε να έχει πανιά, κλωστές, βελόνες, δέρματα και ίσως είδη τσαγκάρικου.

Κτίστης




Ο κτίστης ήταν στις πόλεις και στα χωριά πολύ διαδεδομένο επάγγελμα, επειδή τότε όλα τα σπίτια χτίζονταν με πέτρες απελέκητες και πελεκημένες. Οι κτίστες ακόμη έκαναν μερεμέτια, επισκεύαζαν παλιά σπίτια κ.ά. Σε αυτούς υπάγονται και οι πελεκάνοι που έβγαζαν και πελεκούσαν κατάλληλες για πελέκημα πέτρες κι έκαναν τις καμαρόπετρες, τις μυλόπετρες και τα πελέκια για τις πόρτες και τα παράθυρα. Οι ίδιοι έκαναν καμπαναριά που απαιτούσαν μεγάλη αντίληψη και προχωρημένη τεχνική.

Λατερνατζής




Ο λατερνατζής μετέφερε στην πλάτη το ογκώδες όργανό του και σε κάθε στάση γυρνούσε την μανιβέλα της «ρομβίας» και διασκέδαζε τους κατοίκους της κάθε γειτονιάς με κλασσικές ή και νέες μελωδίες.
Η λατέρνα, το αυτόματο μουσικό όργανο που αν και ογκώδες, συνήθως χρησιμοποιείται σε ανοιχτούς χώρους, υπήρξε απαραίτητο συστατικό της διασκέδασης άλλων εποχών, συμβάλλοντας μάλιστα στη διάδοση νέων, για την εποχή, μουσικών ήχων. Βέβαια τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι λατερνατζήδες μέσα στα χρόνια, κατάφεραν να περιθωριοποιήσουν την στολισμένη λατέρνα, με αποτέλεσμα σήμερα να διαχέει τους ξεκούρδιστους πια ήχους της, σε ελάχιστες και πολυσύχναστες, αποκλειστικά, γειτονιές.

Λούστρος




Παλιότερα που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός με ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, καθόταν σε ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας, περιμένοντας υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γινόταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η «ιεροτελεστία» του βαψίματος…

Μαμή




Η μαμή ή μαία είναι η πατροπαράδοτη ιατρική βοηθός που είναι γνωστή σε όλες τις κοινωνίες και τους πολιτισμούς. Ήταν η γυναίκα που είχε μόνο πρακτικές γνώσεις και βοηθούσε τις έγκυες γυναίκες και τα μωρά τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη γέννα. Για αυτό το λόγο η μαμή αποτελούσε σημαντικό πρόσωπο της κοινωνίας του χωριού. Στις μέρες μας για να ασκήσει κάποια το επάγγελμα της μαίας πρέπει να έχει φοιτήσει στην αντίστοιχη σχολή.

Μεταπράτης




Γυρνώντας από χωριό σε χωριό με φορτηγό ζώο ( γάιδαρο ή μουλάρι) αγόραζε μικρές ή μεγάλες ποσότητες προϊόντων από τους χωρικούς τα οποία και μεταπουλούσε σε άλλα χωριά με διάφορο κέρδος. Στους μεταπράτες ανήκουν και οι κερατζήδες και οι πραματευτάδες.

Μπακάλης




Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό. Σήμερα με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ τα μπακάλικα χάθηκαν, εκτός από εκείνα τα λίγα που λειτουργούν ακόμα στα χωριά.

Μπασματζής (Υφασματοπώλης)




Σε λίγα κεφαλοχώρια, υπήρχαν τα καταστήματα υφασμάτων, που συνήθως ήταν και ραφτάδικα. Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

Μπογιατζής
Οι μπογιατζήδες έβαφαν βαμβακερά και μάλλινα νήματα, πατητές και πατανιές, χηράμια και άλλα. Χρησιμοποιούσαν κυρίως φυτικά χρώματα αλά και του εμπορίου. Ειδικά για το κόκκινο χρησιμοποιούσαν ριζάρι και για σταθερότατη βαφή.

Μυλωνάς




Η καλλιέργεια σιτηρών ήταν πολύ διαδεδομένη μέχρι το 17ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε σημαντικά. Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο - άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού. Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υδρόμυλοι, δηλαδή τους κινούσε η δύναμη του νερού, οπότε τους έχτιζαν πάντα δίπλα σε ποτάμια και ρεματιές. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι το και τον περιέστρεφε.
Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά (5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα. Οι υδρόμυλοι έπαιρναν ως αλεστικό δικαίωμα ένα "σινίκι" (= 6 οκάδες) για την άλεση 100 οκάδων σιτηρών.

Νερουλάς = Υδρονομέας = Νεροκόπος




Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία . Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ.
Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ.
Νερουλάς στο Μαρούσι ήταν και ο Σπύρος Λούης, ο πρώτος νικητής του Μαραθωνίου δρόμου στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 στην Αθήνα.

Ντελάλης




Η λέξη είναι τούρκικη και σημαίνει "αυτός που ανακοινώνει τα μαντάτα", ο δημόσιος κήρυκας. Ο (ν)τελάλης διαλαλούσε τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις αρχές ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες.
Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό.
Τα νεώτερα χρόνια τους πλήρωνε η Κοινότητα ή μια ομάδα κατοίκων. Ο ντελάλης ήταν ο ενημερωτής της πόλης για το τι γινόταν και το τι θα γίνει. Τους έλεγε για τις μεγάλες εκδηλώσεις. Με λίγα λόγια ήταν μια κινητή εφημερίδα.
Σήμερα που υπάρχουν τα μεγάφωνα δε χρειάζεται ο ντελάλης. Τους συναντάμε στις λαϊκές αγορές, που βροντοφωνάζουν την πραμάτεια ή τα προϊόντα τους.
Αλλιώς τους λέγανε και "κράχτες".

Ντενεκετζής
Ο ντενεκετζής κατασκεύαζε χρηστικά αντικείμενα του νοικοκυριού και γενικότερα της αγροτικής ζωής όπως χωνιά, λύχνους, μαστραπάδες, κουβάδες, φανάρια, μπρίκια του καφέ, σουρωτήρια, κουτσουνάρες και άλλα.

Ντιβανάς
Πλανόδιος και περιπλανώμενος από γειτονιά σε γειτονιά ήταν και ο ντιβανάς άλλων εποχών. Η φθαρτή φύση των κρεβατιών που ήταν φτιαγμένα από συρματένιο δίχτυ, επέβαλε εκτός από την ύπαρξη του κατασκευαστή κι εκείνη του συντηρητή ή επισκευαστή τους.
Αυτός ήταν και ο λόγος που με ένα ζεμπίλι, μια κουλούρα σύρμα, τανάλιες, πένσες, καρφιά και σφυριά, ο ντιβανάς τριγύριζε στις γειτονιές διαλαλώντας την ιδιότητά του μέχρι να εμφανιστεί κάποια νοικοκυρά που χρειαζόταν τις υπηρεσίες του.
Τότε το ντιβάνι έβγαινε στην αυλή κι ο ειδικός, μετά την εκτίμηση, όριζε το κόμιστρο της επισκευής. Βέβαια πάντα υπήρχαν επιλογές για αυξομειώσεις της τιμής, όπως το τι σύρμα, ανοξείδωτο ή γαλβανιζέ, θα επιλεγόταν χωρίς να λείπουν βέβαια και τα γνωστά παζάρια… Η συμφωνία έκλεινε κι ο μάστορας έπιανε δουλειά. Έσφιγγε με τη μέγγενη τις άκρες ώστε να τεντώσουν καλά και να μην κάνουν γούβα. Μετά έπαιρνε τα κάθετα σύρματα, γνωστά και ως υφάδια, τα τέντωνε και αυτά και τα κάρφωνε στις σανίδες. Στη συνέχεια τοποθετούσε το στρώμα και το κρεβάτι ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί.

Ξυλοκόποι και Πριονιτζήδες




Οι ξυλοκόποι ή μπαλτατζήδες πήγαιναν στο δάσος με τα τσεκούρια τους (μπαλτάδες) και έκοβαν ξύλα και τα πελεκούσαν. Τα ξύλα αυτά έπαιρναν μετά οι πριονιτζήδες και τα έκοβαν με τα πριόνια και τα έκαναν σανίδια. Αυτοί είχαν ένα πριόνι με δυο λαβές και το χειρίζονταν δυο άτομα που κάθονταν αντικριστά και έδιναν τη μορφή που ήθελαν στους κορμούς των δέντρων που έκοψαν οι ξυλοκόποι.

Παγοπώλης




Ο παγοπώλης πουλούσε τον πάγο περιφερόμενος στις γειτονιές, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ηλεκτρικά ψυγεία για τη συντήρηση των τροφίμων. Περιδιαβαίνοντας με το ειδικά διαμορφωμένο κάρο, την καρότσα ή το τρίκυκλό του γεμάτο παγοκολώνες που κατασκευάζονταν με ειδική διαδικασία σε ανάλογα εργαστήρια, τα παγοποιεία, τροφοδοτούσε όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τα διάφορα μικρά μαγαζιά. Ο παγοπώλης φορούσε γάντια, για να μην παγώνουν τα χέρια του, μια ποδιά κάπως πλαστική για να μην παγώνει η κοιλιά του γιατί αλλιώς θα είχε κάθε μέρα πρόβλημα στην κοιλιά του. Χειριζόταν έναν ειδικό γάντζο-κοπίδι με τον οποίο έπιανε τον πάγο, τον έκοβε και τον μετέφερε. Οι πάγοι τοποθετούνταν σε χτιστά ή ξύλινα ψυγεία εκείνης της εποχής (παγονιέρες). Εκεί διατηρούσαν τα τρόφιμά τους οι οικογένειες και είχαν και δροσερό νερό το καλοκαίρι.

Παγωτατζής




Ο παγωτατζής παρασκεύαζε φυσικό παγωτό χρησιμοποιώντας γάλα, ζάχαρη, και φρούτα ως βασικά συστατικά.
Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν αρκετά χρήματα για να έχουν ψυγείο στο σπίτι τους. Ούτε και οι μαγαζάτορες μπορούσαν εύκολα να αγοράσουν ένα ψυγείο για το μαγαζί τους. Έτσι τα παιδιά μπορούσαν να πάρουν παγωτό μόνο από τον παγωτατζή.
Κάθε πρωί ο παγωτατζής αγόραζε μεγάλες κολόνες πάγου. Τις έβαζε μέσα στο καρότσι με το παγωτό που είχε φτιάξει και γύριζε τις συνοικίες καλώντας τα παιδιά να αγοράσουν παγωτό.

Πεταλωτής ή αλμπάνης




Πεταλωτής ή αλμπάνης (από την τούρκικη λέξη nalbant= αλμπάνης = πεταλωτής). Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο.
Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω - γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του.
Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

Ρετσινοσυλλέκτες
Οι ρετσινοσυλλέκτες μάζευαν το ρετσίνι από τα πεύκα του δάσους και το πουλούσαν. Με αυτό γινόταν και γίνεται ακόμα και σήμερα η γνωστή ελληνική ρετσίνα.

Ρινιαστής




Λιγότερο γνωστό ίσως σήμερα αλλά συνήθης φιγούρα σε επαρχίες πρότερων χρόνων, υπήρξε και το επάγγελμα του ρινιαστή. Οι έρινοι, ορνιοί ή, στην κοινή, τα αρσενικά σύκα, χρησιμοποιούνται για την γονιμοποίηση των θηλυκών συκιών. Οι ρινιαστές ήταν εκείνοι που συνέλεγαν τα αρσενικά σύκα, αγριόσυκα, τα περνούσαν σε κλωστές, και στη συνέχεια τα αποθήκευαν ή τα πωλούσαν στους ενδιαφερόμενους. Όσοι τα έπαιρναν τα κρεμούσαν στις θηλυκές ώστε όταν έσκαγαν ο αέρας και τα έντομα να μεταφέρουν τα ωάρια για γονιμοποίηση.

Σαμαρτζής ή σαμαράς




Μπορούσε να είναι και αλμπάνης= πεταλωτής. Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γινόταν αποκλειστικά με ζώα, εφόσον το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η ορεινή μορφολογία του εδάφους δυσχέραινε τις μετακινήσεις. Το γαϊδούρι και το μουλάρι ήταν τα πιο διαδεδομένα μέσα μεταφοράς. Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήτα απλά με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

Σαματατζής
Ο σαματατζής ήταν σε ελεύθερη μετάφραση ο «πληρωμένος ταραξίας δημοσίων συγκεντρώσεων» που συνήθως χρηματοδοτείτο από κάποια πολιτική ή συντεχνιακή παράταξη ή ακόμα κι από κάποιον μεμονωμένο υποψήφιο, ούτως ώστε να είναι έτοιμος να «παρέμβει» την κατάλληλη στιγμή. Κατά την άσκηση του «επαγγέλματος» , η συνήθης πρακτική λειτουργούσε κάπως έτσι: όταν ο «εργοδότης» τα έβρισκε σκούρα σε κάποια διαφωνία, ο σαματατζής επενέβαινε άμεσα με φωνές και ακατονόμαστες φράσεις, με αποτέλεσμα να διεγείρει το θυμό των παρευρισκομένων και να «διακοπεί η συνεδρίαση».
Απαραίτητα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος ήταν να στερείται ιδεολογίας, και ως πολυπράγμων να μπορεί είτε να παριστάνει τον ευκαιριακό χειροκροτητή, είτε τον τοιχοκολλητή, ενώ δεν έλειπαν κι οι φορές που έπρεπε να προσαρμοστεί στο ρόλο του αβανταδόρου και του παρατρεχάμενου.
Χαρακτηριστικό ήταν πως η πληρωμή έπρεπε να προκαταβάλλεται καλύπτοντας έτσι την πιθανότητα σπρωξίματος ή και ξυλοδαρμού. Υποκατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καρπαζοεισπράκτορας, αυτός που συνηθέστερα τις «μάζευε» από υποτιθέμενους παλικαράδες, με την διαφορά πως η πληρωμή ακολουθούσε πάντοτε του ξύλου.
Οι καριερίστες του επαγγέλματος άλλων εποχών, στην ερώτηση «τι επαγγέλλεσαι» απαντούσαν γενικά κι αόριστα «επιχειρήσεις». Και δεν είχαν άδικο άλλωστε, εκείνοι επιχειρούσαν κι ότι βγει…

Σαλεπιτζής




Το σαλέπι, η σκόνη δηλαδή που βγαίνει από τους αποξηραμένους κονδύλους διαφόρων ειδών της οικογένειας των ορχεΐδων, καθώς και το ζεστό αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτό, όταν η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα ή κανέλα, αποτέλεσε για χρόνια το δυναμωτικό της χώρας τόσο για τους ξενύχτηδες όσο και για τους πρωινούς ανθρώπους του μεροκάματου.
Ο σαλεπιτζής, με τον άσπρο σκούφο και την λευκή ποδιά του, τα πολύπλοκα και καλογυαλισμένα μπρούτζινα σκεύη, που συνήθιζε να κουβαλά στον ώμο κρεμασμένα από μια ξύλινη σανίδα, αποτελεί μια γραφική και συνηθισμένη εικόνα άλλων εποχών. Περιτριγυρισμένος σχεδόν πάντα από παρέες, ψήνοντας το ρόφημα σε εύθυμο κλίμα, κρατούσε το ενδιαφέρον των πελατών ανοίγοντας πάντα κάποιο πολιτικό ή άλλο θέμα για συζήτηση, γι αυτό κι από πολλούς θεωρείται πως έβαλε τις βάσεις για τα εξελιγμένα υπαίθρια καφενεία που ακολούθησαν στην Ελλάδα, αφού οι θαμώνες πίνοντας το ποτό τους ενημερώνονταν για την καθημερινότητα και αντάλλασσαν τις απόψεις τους.

Ο σιδεράς




Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ότι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σε αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι. Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από το σιδερά γιατί δούλευε με τα σίδερα που ήταν βαριά κι ακόμα ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά και ζεσταινόταν και γέμιζε και με μουντζούρες.

Ο Τσαμπάσης




Λαλίστατος και ατσίδα στις διαπραγματεύσεις, ήταν ο τσαμπάσης, ο μεταπράτης ζωέμπορος της προ αυτοκινήτου εποχής. Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών .
Πριν την αναγγελία της εκτίμησης, ζύγιζε το ζώο «με το μάτι» και το ψηλάφιζε. Έτριβε με χοντρό αλάτι το πάνω χείλος του, μέχρι να ματώσει, και πειραματιζόταν με διάφορους τρόπους για να διαπιστώσει τα ζακόνια του, δηλαδή τα ελαττώματά του. Αν κλώτσαγε, δάγκωνε, σκόνταφτε, ή δεν έκανε καλό καμάτι (όργωμα), τότε το ζώο δεν άξιζε και πολλά.
Όταν η αγοραπωλησία αφορούσε άλογα , για τον προσδιορισμό της τιμής, συνυπολογιζόταν πάντα και η γοργάδα του ζώου, δηλαδή η ικανότητα του να τρέχει γρήγορα και χωρίς καλπασμό. Βέβαια ο καλός επιχειρηματίας του είδους προτιμούσε συνήθως το αδύνατο και καχεκτικό άλογο του στάβλου, το οποίο τάιζε, εκπαίδευε και φρόντιζε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να πετύχει μεγαλύτερη τιμή πώλησης από εκείνη της αγοράς, αυξάνοντας κατά πολύ το κέρδος.

Πηγές :
daskalosjf.blogspot.gr
psterpnis.blogspot.gr
newsbeast.gr